Η ΔΙΚΗ

Έχω πολλά ελαφρυντικά
που έφυγα απ’ την πόλη,

πολλά και βαρυσήμαντα,
μια χαρά επιχειρήματα
να πω στη δίκη,
αν κάποτε τύχει να δικαστώ
για εκπατρισμό.

Μάρτυρες υπεράσπισης αμέτρητοι,
γνωστοί κι αγαπημένοι.

Τρέμω μονάχα μή πως δω
στων δικαστών τα πρόσωπα
και στων ενόρκων όλων
βλοσυρά να μ’ αντικρύζει η Ψυχή,
που ποτέ καμιά δικαιολογία μου δεν δέχτηκε.

Πύργος, 10-9.2017

Advertisements

Πώς φεύγεις απ’ αυτήν την πόλη,
από τούτη την πλατεία,
απ’ εδώ που τα πεύκα ξέρουν τόσα πολλά
κι η φωνή της δεκαοχτούρας
μένει ίδια κι απαράλλαχτη τόσες εκατοντάδες χρόνια,
όσες γλώσσες ανθρώπων κι αν αντήχησαν πάνω στον λόφο,
όσα μάτια κι αν αγνάντεψαν τη θάλασσα και τον κάμπο
από τις ντάπιες και τους εξώστες του πύργου του;

Πώς να την αφήσεις αυτή την πόλη,
που, κάθε φορά που ο αέρας μολύνεται
από τη ζέστη και την αγωνία,
φυσά μια αύρα θαλάσσια γιομάτη αλάτι κι υποσχέσεις
και τ’ απολυμαίνει όλα,
τη μοναξιά, τη ραγισμένη καρδιά και τ’ άδεια χέρια;

Πώς την αποχαιρετάς αυτήν την πόλη
που ακόμη κι όσα κρύβει βαθειά στα σπλάχνα της,
άσπρα και μαύρα, θα τ’ άντεχες,
μόνο αυτό, μόνο την απουσία της δεν μπορείς
ποτέ από το πετσί ν’ αποτινάξεις;

Έτσι, ολότελα να φύγεις ποτέ δεν γίνεται,
μόνο να λείψεις για λίγο το δέχεσαι.
Γι’ αυτό, των τρυγονιών το λάλημα είναι πολύ,
δεν είναι αντίο τελικά,
είναι υπόσχεση, ευχή,
«εις το επανειδείν, να ξαναρθείς, θα περιμένουμε.»

(Γραμμένο στις 23/8/2015 σε ένα παγκάκι του Επαρχείου,
λίγο πριν την αναχώρηση….)

«ΤΟ ΧΘΕΣ ΜΙΑΣ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗΣ»

ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: http://www.paperwingsphoto.com/images/content4.jpg

Πήρα ένα τετράδιο λευκό χαρτί,
κάθε μέρα κι ένα τετράδιο λευκό χαρτί
ένα καινούριο
απείραχτο, όπως η νέα μέρα,
θεματοφύλακα της σκέψης μου
καθαρό
η πρώτη σελίδα πάντα του σήμερα
ποτέ του χθες

Ώσπου έγιναν τα τετράδια
πύργοι άδειοι λευκοί στο δωμάτιο
οι φιλντισένιοι μου πύργοι του σήμερα
που με πνίγουν πιο πολύ από το χθες τελικά

Ώστε κατέληξα στην ανακύκλωση,
εν τέλει
όλοι οι πύργοι μου θα έχουν γίνει πια
τετράδια λευκό χαρτί.

Εγώ πάλι κράτησα μόνο ένα
το πρώτο
και την πρώτη σελίδα απ’ όλα τ’ άλλα
μία για κάθε μέρα
τη μόνη λερωμένη από τα πολλά τα σήμερα.

Ανακύκλωσα τα γράμματά τους
τους τόνους, τις τελείες, τα κόμματα,
τους ήχους τους.

Έπιασα κι έκαμα δυο φτερά
Τα φόρεσα
και σα ρίζωσαν καλά στα κόκκαλά μου
άφησα πια τον ελεφάντινο τον πύργο
το λημέρι μου
ελεύθερη, με τα φτερά του χθες,
από το σήμερα.

Α.Χ. Αλεξανδροπούλου, ΑΓΡΙΝΙΟ 8/11/2005

«Ανάμνηση ψυχής»

Χλεμούτσι, παράσταση 2014 Αρχοντούλα Αλεξανδροπούλου, Βασίλης Κομπορόζος

Χλεμούτσι, παράσταση 2014
Αρχοντούλα Αλεξανδροπούλου, Βασίλης Κομπορόζος

Σα να χάνεσαι, ψυχή,
στην ψυχανάλυση του κάθε πόρου
Σαν να εξατμίζεσαι με τον ιδρώτα
κολλάς στα ρούχα και ξεγλιστράς
στο πλύσιμο, ψυχή,
απάνεμη γωνιά στο σώμα

Μού κρύβεσαι στων φαγητών την ευωδιά
στα παιδικά σεντόνια
ψύχωση ιατή κι αρχειοθετημένη
το παίζεις το κρυφτό σου,
πιο πάνω απ’ τον καιρό,

Κι εγώ, σαν το παιδί μου
που παίζει ανέμελα
κι αφήνει το παιχνίδι
για νέα σκανταλιά,
ξέχασα πια πώς είσαι,
πού είσαι, αν είσαι εκεί

Βέβαιη πως θα είσαι, μεστή, εδώ, για πάντα,
μαθήτρια εσύ απούσα,
σαν να σε βλέπω εδώ,
ανάμνηση εσύ,
όσων νομίζω ότι ζω.

Εικόνα

Rain in the Sickroom

Rain in the Sickroom

Black and White

Granny's yard, 1977

Granny’s yard, 1977

It was midday, just before the end of spring and sunlight had conquered everything. Despite the heat, the leafy pergola above his mother’s yard enclosed them in her natural cool shade. The sea was but some kilometres away, but the very idea of its presence invested the warm breeze with a soft aura. Some essence of the first flowery fragrances still lingered in the air and flowed downwards to meet the smell of fresh grass and the intense aroma of lemon and orange blossoms in the lower garden. The white bunches of the acacia blossoms sent their penetrating perfume up to their nostrils and exploded halfway upon encountering that irresistible redolence of the lilac on the hedge. How could one find the strength to get up from the chair when held captive by spring-tide?

So they lingered in their embrace, nested in the cobble-yard, facing the tall wide-ledge windows, as if caught in the midst of a fairy circle made up of smells, colours and the feeling of each-other’s tender presence.

He kissed her cheeks and he felt them like soft velvet peaches, he smelled her hair and thought he had plunged into a field decked with chamomile.

Funny. The feeling cake back as vivid as ever, every time he touched the faded little picture in the family album. So black and white. Unlike the memory of his daughter in it.

March 9, 2015

Haikus

One of my PoetrySoup Haikus
http://www.poetrysoup.com/poem/out_of_water_642879%5B/caption%5D

Sound upon sound beat
make clouds lighter to bear as
light erases mist.

Των κυμάτων της
οι δεσμώτες βράχοι σου
μόνο θεατές.

Almond blossoms
devoured by mist.
Spring has come

A fool of a tree
offers its almond blossoms
to the misty feast.

Sole witness to the crime
crystal chandelier
pending above the body.

Archontoula Alexandropoulou 2015