Category Archives: Journals – Ημερολόγιο

Πώς φεύγεις απ’ αυτήν την πόλη,
από τούτη την πλατεία,
απ’ εδώ που τα πεύκα ξέρουν τόσα πολλά
κι η φωνή της δεκαοχτούρας
μένει ίδια κι απαράλλαχτη τόσες εκατοντάδες χρόνια,
όσες γλώσσες ανθρώπων κι αν αντήχησαν πάνω στον λόφο,
όσα μάτια κι αν αγνάντεψαν τη θάλασσα και τον κάμπο
από τις ντάπιες και τους εξώστες του πύργου του;

Πώς να την αφήσεις αυτή την πόλη,
που, κάθε φορά που ο αέρας μολύνεται
από τη ζέστη και την αγωνία,
φυσά μια αύρα θαλάσσια γιομάτη αλάτι κι υποσχέσεις
και τ’ απολυμαίνει όλα,
τη μοναξιά, τη ραγισμένη καρδιά και τ’ άδεια χέρια;

Πώς την αποχαιρετάς αυτήν την πόλη
που ακόμη κι όσα κρύβει βαθειά στα σπλάχνα της,
άσπρα και μαύρα, θα τ’ άντεχες,
μόνο αυτό, μόνο την απουσία της δεν μπορείς
ποτέ από το πετσί ν’ αποτινάξεις;

Έτσι, ολότελα να φύγεις ποτέ δεν γίνεται,
μόνο να λείψεις για λίγο το δέχεσαι.
Γι’ αυτό, των τρυγονιών το λάλημα είναι πολύ,
δεν είναι αντίο τελικά,
είναι υπόσχεση, ευχή,
«εις το επανειδείν, να ξαναρθείς, θα περιμένουμε.»

(Γραμμένο στις 23/8/2015 σε ένα παγκάκι του Επαρχείου,
λίγο πριν την αναχώρηση….)

Εικόνα

Rain in the Sickroom

Rain in the Sickroom

Black and White

Granny's yard, 1977

Granny’s yard, 1977

It was midday, just before the end of spring and sunlight had conquered everything. Despite the heat, the leafy pergola above his mother’s yard enclosed them in her natural cool shade. The sea was but some kilometres away, but the very idea of its presence invested the warm breeze with a soft aura. Some essence of the first flowery fragrances still lingered in the air and flowed downwards to meet the smell of fresh grass and the intense aroma of lemon and orange blossoms in the lower garden. The white bunches of the acacia blossoms sent their penetrating perfume up to their nostrils and exploded halfway upon encountering that irresistible redolence of the lilac on the hedge. How could one find the strength to get up from the chair when held captive by spring-tide?

So they lingered in their embrace, nested in the cobble-yard, facing the tall wide-ledge windows, as if caught in the midst of a fairy circle made up of smells, colours and the feeling of each-other’s tender presence.

He kissed her cheeks and he felt them like soft velvet peaches, he smelled her hair and thought he had plunged into a field decked with chamomile.

Funny. The feeling cake back as vivid as ever, every time he touched the faded little picture in the family album. So black and white. Unlike the memory of his daughter in it.

March 9, 2015

ΠΑΡΑΞΕΝΕς ΣΤΙΓΜΕς

Γιατί είναι τόσο δύσκολο να το κατανοήσουμε;
Γιατί;

Το μοντέλο απέναντί μας είναι το ίδιο.
Ολόιδιο, ως παρουσία, ως υπόσταση, ως υλικό, ως απόχρωση, ως θέση.
Αυτό που διαφοροποιείται είμαστε εμείς.
Εμείς που φιλοδοξούμε να το απαθανατίσουμε, καθένας χωριστά, ως παρουσία, ως υπόσταση, ως χαρακτήρας, ως καταγωγή, ως τοποθέτηση.
Είμαστε και ήμασταν πάντα διαφορετικοί.
Ο Ιησούς το δέχθηκε.
Γιατί δεν το δεχόμαστε κι εμείς;
Καθόμαστε στα διαφορετικά σκαμνάκια μας, μέσα στην ίδια αίθουσα, άλλος μπροστά, άλλος πίσω, άλλοι αριστερά προς το φως, άλλοι δεξιά προς τη σκιά, άλλος κάτω στο ισόγειο, άλλοι πάνω στον εξώστη.
Άλλος είναι ξεκούραστος, άλλος κουρασμένος, άλλος θλιμμένος, άλλος χαρούμενος.
Έχουμε όλοι στήσει τα καβαλέτα μας απέναντι από τη ζωή. ΚΙ εκείνη στέκει μπροστά μας ολόρθη, γυμνή κι απροφύλακτη και περιμένει.
Άλλος θα πιάσει πενάκι, άλλος μολύβι, άλλος κάρβουνο, άλλος χρωστήρα κι άλλος μόνο ό,τι κατάφερε να εξασφαλίσει.
Καθένας μας βλέπει το μοντέλο του από τη γωνιά του.
Αλλάζει γι’ αυτό το μοντέλο;
Αρνούμαστε να σηκωθούμε από το κάθισμά μας. Αρνούμαστε να κάνουμε μια βολτα τριγύρω στην αίθουσα.
Γιατί;
Μην τυχόν χάσουμε τί; Το μέτρημα; Τη συμμετρία των πραγμάτων; Την έμπνευση;
Δεν είμαστε λοιπόν, παρά θέσεις;
Φωτογραφικοί φακοί;
Παίρνουμε τη λήψη που βολεύει τη θέση μας; Στην εποχή της πανοραμικής λήψης, στρώνουμε το αστείρευτο ταλέντο μας χαλί να διαβεί η μονοδιάστατη σύλληψη μιας εικόνας; Αφήνουμε τη σφαιρική της αναπαράσταση για τα παιδιά και τους θιασώτες του Picasso;
Φοράμε ο καθείς τις αόρατες παρωπίδες του «δημιουργικού» εγωισμού μας, αναζητώντας το ξεχωριστό και πρωτότυπο, ενώ στην ουσία αναπαράγουμε όσα έκαναν τόσοι και τόσοι άλλοι αμέτρητοι πριν από εμάς στο ίδιο σκαμνί.
Όταν το μόνο που χρειάζεται είναι μια βόλτα του μυαλού. Χωρίς μολύβια, πινέλα και χρώματα. Μια βόλτα στην αίθουσα του κόσμου σαν κι αυτή που κάνουμε γύρω στο μουσείο.
Άραγε, σαν επιστρέψουμε από τούτη την «περιδιάβαση», θα φαίνεται το μοντέλο τόσο διαφορετικό από των υποοίπων; Θα μάς χωρίζει πια τόσο μεγάλο χάσμα από τον διπλανό μας;

Η Αγία Κυριακή του Πύργου από κάτω. Αν ήμουν από πάνω, θα ήταν άλλη εκκλησία;

Η Αγία Κυριακή του Πύργου από κάτω.
Αν ήμουν από πάνω, θα ήταν άλλη εκκλησία;

ΠΟΥΣΙ

ΑΓΝΑΝΤΕΥΟΝΤΑΣ  ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΛΑΤΑΝΟΚΟΡΦΟ «ΠΟΥΣΙ» ΣΤΟΝ ΝΑΟ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ,

ΔΥΣΚΟΛΑ ΠΑΡΑΔΕΧΟΜΑΙ ΠΩς ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΛΛΟΣ ΤΟΠΟΣ ΣΑΝ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ, ΕΚΕΙΝΟΝ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΘΡΕΨΕ,

ΕΚΕΙΝΟΝ ΠΟΥ ΜΑΣ ΜΕΓΑΛΩΣΕ. ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΑΝΤΟΥ, ΛΙΓΕΣ ΕΙΝΑΙ, ΟΜΩς, ΟΙ ΓΩΝΙΕΣ ΓΙΑ ΚΑΘΕ

ΑΝΘΡΩΠΟ ΟΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΑΝΕΝΟΧΛΗΤΟΣ ΝΑ ΑΝΑΠΝΕΥΣΕΙ.

(Η ΘΕΣΗ «ΠΟΥΣΙ» ΚΟΝΤΑ – 5 ΛΕΠΤΑ – ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΛΑΛΑ ΤΗΣ ΟΡΕΙΝΗΣ ΗΛΕΙΑΣ ΕΙΝΑΙ,

ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΘΕΣΗ ΜΕ ΠΑΝΟΡΑΜΙΚΗ ΘΕΑ, ΚΑΙ ΤΟΠΟΣ 2 ΝΙΚΗΦΟΡΩΝ ΜΑΧΩΝ – 1821 & 1940,
ΠΗΡΕ ΔΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΥΣΙ, ΤΗΝ ΠΥΚΝΗ ΟΜΙΧΛΗ ΠΟΥ ΠΕΦΤΕΙ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ)

Ψάχνω Στιγμές

Ψάχνω Στιμές δημιουργίας στα «χωράκια» της καθημερινότητας, στιγμές καθαρού νου στις πτυχές των ρούχων
στιγμές εφηβικής αναπνοής από πρωινή δροσιά στα πλούσια αρώματα από κανέλλα και πιπέρι. Ψάχνω ένα κορμί ροδάκινο να στάζει ευωδιά λίγο πριν το κόψει το μαχαίρι.

ψάχνω το όλα-όπως-πριν στο ποτέ-πια-το-ίδιο.

Happy Birthday – Χρόνια μου Πολλά!!


Ακούγεται λίγο ματαιόδοξο, αλλά μιας και οι φίλοι οι καλοί είναι μακριά από υπολογιστές και δε θα ήθελα να αρχίσω να μιλάω σαν τον Ιούλιο Καίσαρα σε τρίτο πρόσωπο για τον εαυτό μου, χρόνια μου πολλά. Να χαίρομαι τα 36 μου χρόνια και μακάρι να με αξιώσει ο Θεός να δω πολλά ακόμη ευτυχισμένα και δημιουργικά και να στέκομαι γερή στα δυο μου πόδια μαζί με τους δικούς μου. Αυτά εαυτέ μου.
Καθισμένη αυτή τη στιγμή στο ομορφότερο μπαλκόνι του Πύργου, αυτό το Επαρχείου, αναπολώ μια άλλη μέρα σαν και σήμερα πριν από είκοσι χρόνια που, καθισμένη πρωί στο μπαλκονάκι του σπιτιού μου, έγραφα και διάβαζα περιμένοντας να δω τι θα φέρει η ζωή στη συνέχεια.
Ζωή, καλημέρα, λοιπόν.