Category Archives: Prose – Πεζά

Black and White

Granny's yard, 1977

Granny’s yard, 1977

It was midday, just before the end of spring and sunlight had conquered everything. Despite the heat, the leafy pergola above his mother’s yard enclosed them in her natural cool shade. The sea was but some kilometres away, but the very idea of its presence invested the warm breeze with a soft aura. Some essence of the first flowery fragrances still lingered in the air and flowed downwards to meet the smell of fresh grass and the intense aroma of lemon and orange blossoms in the lower garden. The white bunches of the acacia blossoms sent their penetrating perfume up to their nostrils and exploded halfway upon encountering that irresistible redolence of the lilac on the hedge. How could one find the strength to get up from the chair when held captive by spring-tide?

So they lingered in their embrace, nested in the cobble-yard, facing the tall wide-ledge windows, as if caught in the midst of a fairy circle made up of smells, colours and the feeling of each-other’s tender presence.

He kissed her cheeks and he felt them like soft velvet peaches, he smelled her hair and thought he had plunged into a field decked with chamomile.

Funny. The feeling cake back as vivid as ever, every time he touched the faded little picture in the family album. So black and white. Unlike the memory of his daughter in it.

March 9, 2015

ΠΑΡΑΞΕΝΕς ΣΤΙΓΜΕς

Γιατί είναι τόσο δύσκολο να το κατανοήσουμε;
Γιατί;

Το μοντέλο απέναντί μας είναι το ίδιο.
Ολόιδιο, ως παρουσία, ως υπόσταση, ως υλικό, ως απόχρωση, ως θέση.
Αυτό που διαφοροποιείται είμαστε εμείς.
Εμείς που φιλοδοξούμε να το απαθανατίσουμε, καθένας χωριστά, ως παρουσία, ως υπόσταση, ως χαρακτήρας, ως καταγωγή, ως τοποθέτηση.
Είμαστε και ήμασταν πάντα διαφορετικοί.
Ο Ιησούς το δέχθηκε.
Γιατί δεν το δεχόμαστε κι εμείς;
Καθόμαστε στα διαφορετικά σκαμνάκια μας, μέσα στην ίδια αίθουσα, άλλος μπροστά, άλλος πίσω, άλλοι αριστερά προς το φως, άλλοι δεξιά προς τη σκιά, άλλος κάτω στο ισόγειο, άλλοι πάνω στον εξώστη.
Άλλος είναι ξεκούραστος, άλλος κουρασμένος, άλλος θλιμμένος, άλλος χαρούμενος.
Έχουμε όλοι στήσει τα καβαλέτα μας απέναντι από τη ζωή. ΚΙ εκείνη στέκει μπροστά μας ολόρθη, γυμνή κι απροφύλακτη και περιμένει.
Άλλος θα πιάσει πενάκι, άλλος μολύβι, άλλος κάρβουνο, άλλος χρωστήρα κι άλλος μόνο ό,τι κατάφερε να εξασφαλίσει.
Καθένας μας βλέπει το μοντέλο του από τη γωνιά του.
Αλλάζει γι’ αυτό το μοντέλο;
Αρνούμαστε να σηκωθούμε από το κάθισμά μας. Αρνούμαστε να κάνουμε μια βολτα τριγύρω στην αίθουσα.
Γιατί;
Μην τυχόν χάσουμε τί; Το μέτρημα; Τη συμμετρία των πραγμάτων; Την έμπνευση;
Δεν είμαστε λοιπόν, παρά θέσεις;
Φωτογραφικοί φακοί;
Παίρνουμε τη λήψη που βολεύει τη θέση μας; Στην εποχή της πανοραμικής λήψης, στρώνουμε το αστείρευτο ταλέντο μας χαλί να διαβεί η μονοδιάστατη σύλληψη μιας εικόνας; Αφήνουμε τη σφαιρική της αναπαράσταση για τα παιδιά και τους θιασώτες του Picasso;
Φοράμε ο καθείς τις αόρατες παρωπίδες του «δημιουργικού» εγωισμού μας, αναζητώντας το ξεχωριστό και πρωτότυπο, ενώ στην ουσία αναπαράγουμε όσα έκαναν τόσοι και τόσοι άλλοι αμέτρητοι πριν από εμάς στο ίδιο σκαμνί.
Όταν το μόνο που χρειάζεται είναι μια βόλτα του μυαλού. Χωρίς μολύβια, πινέλα και χρώματα. Μια βόλτα στην αίθουσα του κόσμου σαν κι αυτή που κάνουμε γύρω στο μουσείο.
Άραγε, σαν επιστρέψουμε από τούτη την «περιδιάβαση», θα φαίνεται το μοντέλο τόσο διαφορετικό από των υποοίπων; Θα μάς χωρίζει πια τόσο μεγάλο χάσμα από τον διπλανό μας;

Η Αγία Κυριακή του Πύργου από κάτω. Αν ήμουν από πάνω, θα ήταν άλλη εκκλησία;

Η Αγία Κυριακή του Πύργου από κάτω.
Αν ήμουν από πάνω, θα ήταν άλλη εκκλησία;

ΠΕΡΙ ΚΡΙΤΙΚΗΣ

Λογοτεχνικά αποτυπώματα

Κριτικά δοκίμια

Ηρώ – Χρυσάνθη Αλεξανδράκη, (Βεργίνα, 2012)

ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ

____________________________________________________________________________________________________

Παράξενο. Για την ακρίβεια, η ζωή είναι παράξενα αναπάντεχη. Σκεφτόμουν πως ως δημιουργός, και όχι ως αθλούμενη, δε λειτουργώ καλά με τους «λοχίες». Στο γυμναστήριο ο «λοχίας» γυμναστής θα σε κάνει με τις προσταγές του να ακολουθήσεις το πρόγραμμά του χωρίς να σκέφτεσαι και να αψηφήσεις κούραση και αντοχές.

Στην τέχνη, ωστόσο, ποιος δικαιούται να σού πει πόσο γρήγορα θα γράψεις και θα σχεδιάσεις, πότε και πού; ποιός άνθρωπος είναι ίδιος με τον άλλο για να μπει σε καλούπι; Και γιατί πρέπει να αξίζει σεβασμός σε κάποιον που καταρρακώνει την αξιοπρέπειά σου εκμεταλλευόμενος/η τη δύναμη της κριτικής; Το είδα και στο θέατρο. Συχνά οι άνθρωποι σέβονται τους σκηνοθέτες που τους κάνουν να νιώθουν σκουπίδια και περιφρονούν τους ευγενείς, όσο εμπνευσμένοι κι αν είναι.

Αρνούμαι να το δεχτώ αυτό.

Οι άνθρωποι δεν θα έπρεπε να έχουν είδωλα, αλλά «υποδείγματα», «μέτρα σύγκρισης» για να βελτιωθούν στο βαθμό που μπορεί ο καθένας.

Το να μπορείς να βρεις το ωραίο στον καθένα, στο έργο του, αυτό είναι χάρισμα. Αυτό που δεν μπορούν να συλλάβουν πολλοί κριτικοί, καλοπροαίρετοι ή κακοπροαίρετοι, είναι πως οι περισσότεροι άνθρωποι – με εξαίρεση, ίσως, όσους τυφλώνει η έπαρση – έχουν συναίσθηση των ελαττωμάτων τους, καταλαβαίνουν πού χολαίνει το έργο τους ή έχουν έστω μια υποψία. Εκείνο που δύσκολα θα πει ο καθένας για τον εαυτό του – και όχι λόγω μετριοφροσύνης – είναι ποια στοιχεία του είναι τα «δυνατά», ποια πρέπει να διατηρήσει. Πόσοι ζωγράφοι σηκώθηκαν από το καβαλέτο και αναφώνησαν: «Έφτιαξα ένα αριστούργημα, μπράβο μου!» Πόσοι ποιητές ή πεζογράφοι στέλνουν τη δουλειά τους στον τυπογράφο με τη σιγουριά ότι θα αρέσει στον κόσμο, στον αναγνώστη, τον πιο απρόβλεπτο ιδιοσυγκρασιακά δέκτη μηνυμάτων;

Προς τι η εισαγωγή;

Μόλις πήρα στα χέρια μου το δοκιμιακό πόνημα της αγαπητής δημιουργού Ηρώς-Χρυσάνθης Αλεξανδράκη. Μια έκπληξη που έφθασε μέσω συμβατικού ταχυδρομείου. Με κριτικά δοκίμια που η συγγραφέας-ποιήτρια έγραψε σε βάθος χρόνου, καθένα αναφερόμενο και στο βιβλίο ενός δημιουργού.

Πέρα από την αδιαμφισβήτητης ποιότητας προσωπική της λογοτεχνική παραγωγή, η κυρία Αλεξανδράκη έχει γράψει σχόλια και κριτικές για το έργο κάθε δημιουργού από αυτούς που παρουσιάζονται στην παραπάνω έκδοσή της με ειλικρίνεια, αναζητώντας τα θετικά στοιχεία κάθε βιβλίου ή πονήματος. Λίγα ή πολλά, λεπτομερή ή λακωνικά, τα λόγια της εστιάζουν πάντα εκεί που χτυπά η καρδιά κάθε έργου. Είχα την τύχη να είμαι ανάμεσα σε αυτούς τους ανθρώπους.

Παλιότερα με είχαν ρωτήσει σε τι πιστεύω. Πάνω από θρησκεία ή πολιτικές πεποιθήσεις, πιστεύω στην ομορφιά που έχει μέσα του ο άνθρωπος. Και η ύπαρξη της κας Αλεξανδράκη αποδεικνύει πως δεν είμαι η μόνη. Θα ήθελα να πω πάρα πολλά για την ίδια. Θεωρώ , ωστόσο, πως τα λέει όλα η ίδια μέσα από τις κριτικές της. Γιατί τα λόγια που θα πούμε για τους άλλους είναι αυτά που θα χαρακτηρίσουν κι εμάς τους ίδιους.

Αρχοντούλα